Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο

Μακαρίου, Ἐπισκόπου Λαμψάκου

Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἱδρύθηκε τό 1966 μέ ἀπόφαση τοῦ ἀειμνήστου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα τοῦ Α΄ καί τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ Ἱδρυτικός τόμος (Ἰούνιος 1966) καθόρισε μέ σαφήνεια τούς σκοπούς τοῦ Κέντρου, μέ κύρια προοπτική τήν κατάλληλη ὑποστήριξη τῆς ὀφειλετικῆς ἀποστολῆς τῆς Μητρός Ἐκκλησίας γιά τήν προώθηση τόσο τῶν διορθόδοξων ὅσο καί τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων. Ἡ ἀποστολή αὐτή, ἡ ὁποία ἀνταποκρινόταν καί στά εὐρύτερα αἰσθήματα τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐγκαινιάσθηκε μέ τίς περίφημες Πατριαρχικές Ἐγκυκλίους τοῦ Πατριαρχείου (1902, 1904 καί 1920) καί καρποφόρησε τόσο μέ τήν ἐπίσημη συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνηση ὅσο καί μέ τή σύγκληση τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων (1961–1968).

Κατά τήν περίοδο αὐτή συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα ἡ ἀνάγκη ἱδρύσεως στή Γενεύη-ἕδρα τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν- ἑνός Ὀρθοδόξου Κέντρου, ἀνάγκη ἡ ὁποία ὑποστηρίχθηκε μέ ἐντυπωσιακό ἐνθουσιασμό ἀπό τούς ἀειμνήστους Μεγάλους Εὐεργέτες Γεώργιο καί Κατίγκω Λαιμοῦ, Ὅμηρο Πιζάνη καί Θεόδωρο Λαγωνικό∙ οἱ προαναφερθέντες συνέβαλαν τά μέγιστα στήν ἀπόκτηση τοῦ πρώτου πυρήνα τοῦ Κέντρου. Ὁ πυρήνας αὐτός ἀναπτύχθηκε μέ τήν ἀνέγερση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου καί τῶν νέων κτιριακῶν συγκροτημάτων τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία ἐνισχύθηκε τόσο ἀπό τούς Μεγάλους Εὐεργέτες Γεώργιο καί Κατίγκω Λαιμοῦ καί τούς εὐλαβεῖς κληρονόμους τῆς οἰκογενείας ὅσο καί ἀπό τούς ἀειμνήστους ἐπιφανεῖς ἐκπροσώπους τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας Ἐπίσκοπο Hermann Kunst καί Δρα Adolf Wischmann, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κολωνίας τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας Καρδινάλιο Joseph Höffner, τόν Ἄρχοντα Μέγα Ρεφερενδάριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Atef Danial, οἱ ὁποῖοι ἀνακηρύχθηκαν Μεγάλοι Εὐεργέτες τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου, ὅπως ἐπίσης καί ἀπό πολλούς ἐπώνυμους καί ἀνώνυμους εὐλαβεῖς δωρητές.

Τό ὁλοκληρωμένο πλέον Ὀρθόδοξο Κέντρο, μέ τίς παλαιές καί τίς νέες κτιριακές ἐγκαταστάσεις, οἱ ὁποῖες περατώθηκαν τό 1975, ἀνακηρύχθηκε, μέ Πατριαρχικό καί Συνοδικό Σιγίλλιο, Πατριαρχικό Σταυροπήγιο τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει «σκοπόν καί προορισμόν τήν διακονίαν ἁπάσης (…) τῆς ἁγίας, καθολικῆς, ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί συμπάσης τῆς ἐπί γῆς χριστιανοσύνης (…) εἰδικώτερον δέ τήν ἀνάπτυξιν ἐν αὐτῷ ἐπιστημονικοῦ Θεολογικοῦ φυτωρίου ἐν οἰκουμενικῇ προοπτικῇ…». Στά θεσμοθετημένα αὐτά πλαίσια, τά ὁποῖα εἶχαν καθορισθεῖ μέ τόν Ἱδρυτικό Τόμο (1966) καί προσδιορίσθηκαν μέ τό Πατριαρχικό Σιγίλλιο (1975), ἀναπτύχθηκαν ὄχι μόνο οἱ σκοποί, ἀλλά καί ὁ εὐρύτερος κύκλος τῶν διορθοδόξων καί τῶν διεκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων τοῦ Κέντρου.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν, τό Κέντρο ὑπάρχει, ἀναπτύσσεται καί λειτουργεῖ, ἀφ’ἑνός μέν στό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ταυτότητος ὡς Πατριαρχικοῦ Σταυροπηγίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὡς Ὀρθόδοξο βῆμα οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἡ ἐπιλογή τῆς πόλεως τῆς Γενεύης, κέντρου τῶν διεθνῶν καί τῶν διεκκλησιαστικῶν Ὀργανισμῶν οἰκουμενικοῦ διαλόγου, ὑπῆρξε σημαντική ὄχι μόνο γιά τήν ἄμεση καθιέρωσή του, ἀλλά καί γιά τήν οἰκουμενική του ἀκτινοβολία. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του στήν πόλη, ἡ ὁποία ἐπιλέχθηκε ὡς ἕδρα τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῆς Διασκέψεως Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν, λειτούργησε ὡς ἕνα μόνιμο ἐρέθισμα πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν ὄχι μόνο νά γνωρίσουν τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί νά άναπτύξουν ἕναν εὐρύτατο κύκλο προγραμματισμένων ἐπαφῶν σέ ὅλα σχεδόν τά ἐπίπεδα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Οἱ προκλήσεις πρός τόν Προϊστάμενο καί τά στελέχη τοῦ Κέντρου σέ ἐκδηλώσεις ἤ θεολογικά συνέδρια τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Δύσεως, ὅπως ἐπίσης καί ἡ φιλόξενη ὑποδοχή καί κατάλληλη ἐνημέρωση μεγάλων ὁμάδων πιστῶν ἀπό ὅλες τίς Χριστιανικές Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως ὑπερέβησαν τά ὅρια τῶν προσδοκιῶν καί διεύρυναν τό πλαίσιο ἀναφορᾶς τοῦ Κέντρου στόν χριστιανικό κόσμο τῆς Δύσεως.

Βάσει τῶν ἀνωτέρω, ἡ ἐσωτερική δομή καί λειτουργία τοῦ Κέντρου ἀκτινοβολεῖ στή Δύση τή σύγχρονη εἰκόνα τῆς Ὀρθοδοξίας μέσω τῆς ἐποικοδομητικῆς λειτουργίας τῶν διορθοδόξων σχέσεων καί τῆς κοινῆς πορείας πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο. Ὡς Πατριαρχικό Σταυροπήγιο βιώνει ἀδιαλείπτως τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς θείας λατρείας στόν ἡμερήσιο, ἑβδομαδιαῖο καί ἐτήσιο κύκλο τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί ἑορτῶν. Ἔτσι, ἡ καθημερινή τέλεση τοῦ Ὄρθρου καί τοῦ Ἑσπερινοῦ κορυφώνεται μέ τήν τέλεση τριῶν ἤ καί τεσσάρων Θείων Λειτουργιῶν κατά τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες ἑορτές τοῦ ἔτους στούς Ἱ. Ναούς τοῦ Κέντρου ἀπό τήν ἑλληνική, τή γαλλόφωνη, τήν ἀραβική καί τή ρουμανική κοινότητα τῆς Γενεύης. Πράγματι, ἡ θεία λατρεία εἶναι μία συνεχής προσευχή καί πηγή πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ τῶν στελεχῶν τοῦ Κέντρου γιά τήν ἐνίσχυση τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου γύρω ἀπό τήν Τράπεζα τοῦ Κυρίου. Τό πνεῦμα τοῦτο τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἐκφράζει ἡ προτροπή τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Δημητρίου τοῦ Α΄, κατά τήν τελετή τῶν ἐγκαινίων τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (1975), μέ τήν ἀποστολή ἱστορικοῦ Ἱεροῦ Ποτηρίου: «Εἴη τό Ποτήριον σωτηρίου τοῦτο ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ Κέντρου εἰς δήλωσιν ὅτι τά πάντα ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν καί τῷ καθ’ ὅλου βίῳ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικοῦ Σταυροπηγίου περί αὐτό περιστραφήσονται καί εἰς αὐτό τελειωθήσονται…».

Ἡ λειτουργική ἐμπειρία εἶναι πηγή ἐμπνεύσεως καί σημεῖο ἀναφορᾶς στόν ὀρθόδοξη πνευματικότητα γιά τήν ἐπιτέλεση τῆς πολυδιάστατης ἀποστολῆς τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία καλύπτει ἕναν εὐρύτατο κύκλο θεσμοθετημένων δραστηριοτήτων γιά τήν πληρέστερη ὑποστήριξη τῶν διορθόδοξων καί τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων, ὅπως εἶναι: ἡ ὑποστήριξη τῶν ἐπισήμων, διμερῶν καί πολυμερῶν, Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο, ἡ ἀποτελεσματική λειτουργία τῆς Γραμματείας ἐπί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ τακτική σύγκληση τῶν διεθνῶν Θεολογικῶν Σεμιναρίων καί Συνεδρίων, ἡ ἄρτια λειτουργία τοῦ Μεταπτυχιακοῦ Ἰνστιτούτου Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἡ πρωτοβουλία ἀκαδημαϊκῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ, ἡ κατάλληλη προβολή τῶν δραστηριοτήτων μέ πολύγλωσσες καλαίσθητες, περιοδικές ἤ αὐτοτελεῖς, θεολογικές ἐκδόσεις καί γενικότερα ἡ πρόθυμη συμμετοχή σέ κάθε πρωτοβουλία οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Συνακόλουθα:

  1. Ἡ πρόθυμη φιλοξενία καί πολλαπλή ὑποστήριξη τῶν συνελεύσεων τῶν Μεικτῶν Ἐπιτροπῶν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς Ἀγγλικανούς, τούς Παλαιοκαθολικούς, τούς Ρωμαιοκαθολικούς, τούς Λουθηρανούς, τούς Μετερρυθμισμένους, τίς Προχαλκηδόνιες Ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες, πού ἐκφράζουν τόν βασικό ἄξονα τῶν συγχρόνων σχέσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο καί ἀναδεικνύουν τήν ὀρθόδοξη θεολογική πρόταση γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν στό πλαίσιο τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν, τό Κέντρο ἔχει ἀναγνωρισθεῖ γενικότερα στό χριστιανικό κόσμο τῆς Δύσεως καί τῆς Ἀνατολῆς ὡς ὁ καθιερωμένος πλέον τόπος καί τό ἀξιόπιστο βῆμα συνεχοῦς Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό λοιπό χριστιανικό κόσμο. Στό πλαίσιο αὐτό ἀξιοποιεῖ κάθε πρόσφορο τρόπο ἀναπτύξεως τῶν θεσμοθετημένων δραστηριοτήτων του ὄχι μόνο γιά τήν ὑποστήριξη, ἀλλά καί γιά τήν ἀναγκαιότητα τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου μέ τη συμμετοχή ἤ ἐκπροσώπηση σέ οἰκουμενικές πρωτοβουλίες, ὀργάνωση διομολογικῶν συνεδρίων, παρουσίαση τῶν ὀρθόδοξων προτάσεων στόν ἡμερήσιο ἤ περιοδικό Τύπο τῆς Δύσεως γιά ἐπίκαιρα ζητήματα διεκκλησιαστικῶν ἤ διορθόδοξων σχέσεων κ.λπ.
  2. Ἡ λειτουργία τῆς Γραμματείας ἐπί τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τή σχετική ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ὁμόφωνη συναίνεση τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Δ΄Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 1968), μέ ἐπικεφαλῆς τόν Προϊστάμενο τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου καί μετέπειτα Μητροπολίτη Ἑλβετίας Δαμασκηνό. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν, ἡ γραμματεία ἐντάχθηκε ὀργανικῶς στίς θεσμοθετημένες δραστηριότητες τοῦ Κέντρου καί προσδιόρισε σέ μεγάλο βαθμό τόν προγραμματισμό τῆς ἀποστολῆς του, τόσο γιά τήν ἀξιοποίηση τῶν συμβολῶν τῶν κατά τόπους Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν ὅσο καί γιά τήν κατάλληλη προετοιμασία τῶν θεμάτων τῶν διαδοχικῶν φάσεων προπαρασκευῆς τοῦ ἔργου τῆς Συνόδου. Ἡ συγκέντρωση, ἡ θεματολογική κατάταξη, ἡ μετάφραση στήν ἑλληνική, τή ρωσική καί τή γαλλική γλώσσα καί ἡ κριτική καί συγκριτική ἀξιολόγηση τῶν συμβόλων τῶν Ἐκκλησιῶν σέ κάθε θέμα κατέστη οὐσιαστικό ἔργο τῆς Γραμματείας. Τό ἔργο αὐτό ἀποτυπώνεται στίς εἰσηγήσεις τοῦ Προϊσταμένου τῆς Γραμματείας πρός τά θεσμικά ὄργανα προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου, ἤτοι τή Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή καί τήν Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη, οἱ συνελεύσεις τῶν ὁποίων πραγματοποιοῦνται (ἔπειτα ἀπό πρόσκληση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) στό Ὀρθόδοξο Κέντρο, γιά τή διαμόρφωση μέ ὁμόφωνη γνώμη τῶν τελικῶν προτάσεων πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά κάθε συγκεκριμένο θέμα. Ἡ Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή συνῆλθε σέ ἐπανειλημμένες συνελεύσεις στό Κέντρο (1971, 1986, 1990, 1993, 1998) καί προετοίμασε τά σχέδια κοινῶν κειμένων γιά τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Συνόδου, τά ὁποῖα παραπέμφθηκαν στήν Προσυνοδική Διάσκεψη (1976, 1982, 1986) γιά τήν τελική διαμόρφωση τῶν ὁμόφωνων προτάσεων πρός τή Σύνοδο. Ἡ συμβολή αὐτή τοῦ Κέντρου στήν προπαρασκευή τῆς Συνόδου ἔχει ἀναγνωρισθεῖ ποικιλοτρόπως καί ἔχει ἐγκωμιασθεῖ γιά τή συνέπεια καί γιά τήν ποιότητα τῆς προσφορᾶς ὄχι μόνο ἀπό τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀλλά καί ἀπό τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦν μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τήν πορεία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ἔπειτα ἀπό μία μακρά περίοδο ποικίλων συγχύσεων καί πολλαπλῶν ἀντιξοοτήτων στή λειτουργία τῶν διορθόδοξων σχέσεων.

    Ἡ συμβολή τῆς Γραμματείας δέν περιορίσθηκε μόνο στήν ἀξιοποίηση τῶν συμβολῶν τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν γιά τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Συνόδου, ἀλλά, μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐπεκτάθηκε καί στή σύγκληση εἰδικῶν Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν ἤ Διορθόδοξων Συνεδρίων γιά τή συστηματικότερη μελέτη ὁρισμένων ζητημάτων, τά ὁποῖα πραγματοποιήθηκαν στό Κέντρο, ὅπως τό Διεθνές Συνέδριο γιά τόν Κοινό Ἑορτασμό τοῦ Πάσχα (1977), ἡ Διεθνής Ἐπιτροπή Ἀστρονόμων γιά τήν ἐπιστημονική προσέγγιση τοῦ Ἡμερολογιακοῦ ζητήματος (1979), ἡ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή Κανονολόγων γιά τήν ἐκπόνηση σχεδίου Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων στήν Ὀρθόδοξη Διασπορά (1995), τό Διορθόδοξο Συνέδριο γιά τή θέση τῆς γυναίκας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Ρόδος, 1998), τό Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο Βιοτεχνολογίας καί Βιοηθικῆς (2002) κ.ἄ. Παράλληλα, τά θέματα τῆς ἡμερήσιας διατάξεως της Συνόδου ἀναπτύχθηκαν σέ διεθνῆ Θεολογικά Περιοδικά ἀπό τόν Προϊστάμενο τῆς Γραμματείας καί ἀπό ἄλλους ἔγκριτους θεολόγους, ἐνῶ ὁρισμένα ἀπό τά θέματα αὐτά ἐντάχθηκαν στό πρόγραμμα τῶν ἐτήσιων Θεολογικῶν Σεμιναρίων τοῦ Κέντρου, ἀφ’ ἑνός μέν διότι, μέ τόν τρόπον αὐτόν, διευρύνονταν ὁ θεολογικός διάλογος γιά τό θεματολόγιο τῆς Συνόδου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπειδή ἱκανοποιοῦνταν ἐπίμονα αἰτήματα ὄχι μόνο τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.

  3. Ἡ ὀργάνωση κατ’ ἔτος Διεθνῶν Θεολογικῶν Σεμιναρίων μεταπτυχιακοῦ ἐπιπέδου γιά ἐπίκαιρα ἤ γενικότερου ἐνδιαφέροντος ἐκκλησιαστικά ἤ θεολογικά ζητήματα. Τά Σεμινάρια ἐντάχθηκαν συστηματικότερα στίς προγραμματισμένες δραστηριότητες τοῦ Κέντρου τό 1980 καί διαρκοῦσαν ἀπό τρεῖς ἕως πέντε ἑβδομάδες, ἀναλόγως πρός τήν εὐρύτητα τοῦ ἑκάστοτε ζητήματος. Τό κύριο θέμα ἀναλύεται σέ ἐπί μέρους πτυχές μέ ἐμπεριστατωμένες εἰσηγήσεις ἐκλεκτῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἀκαδημαϊκῶν καί πνευματικῶν προσωπικοτήτων γενικότερα, τόσο τῶν Ὀρθοδόξων ὅσο καί τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Οἱ εἰσηγήσεις γίνονται σέ μία ἀπό τίς καθιερωμένες γιά τά Σεμινάρια γλῶσσες (ἀγγλική, γαλλική, γερμανική, ἑλληνική), μέ τήν ὑποστήριξη ὑπηρεσίας διερμηνέων, καί ἀποτελοῦν τόν βασικό ἄξονα τῶν θεολογικῶν συζητήσεων μεταξύ τῶν εἰσηγητῶν καί τῶν σπουδαστῶν, ὅπως ἐπίσης καί τῶν τεχνικῶν πορισμάτων τοῦ Σεμιναρίου. Οἱ μεταπτυχιακοί σπουδαστές, κληρικοί ἢ λαϊκοί, ἐπιλέγονται μέ ἀξιόλογα κριτήρια, τόσο ἀπό τίς Ὀρθόδοξες ὅσο καί ἀπό τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες. Κατά τήν περίοδο 1980-1986 πραγματοποιήθηκαν δεκαεπτά Σεμινάρια, τά ὁποῖα σημείωσαν μεγάλη ἐπιτυχία, τόσο γιά τήν ἐπιλογή τῶν θεμάτων ὅσο καί γιά τήν ποιότητα τῶν εἰσηγήσεων, οἱ ὁποῖες προσέφεραν μία ὁλοκληρωμένη προσέγγιση ὅλων τῶν πτυχῶν τῶν θεμάτων καί συγκεκριμένες προτάσεις ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου.

    Ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν, εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐπιλογή τῶν θεμάτων, τά ὁποῖα παρατίθενται κατά χρονολογική σειρά:

    • Τοπική καί κατά τήν Οἰκουμένην Ἐκκλησία (1980),
    • Σημασία καί ἐπικαιρότης τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά τόν σύγχρονον χριστιανικόν κόσμον (1981),
    • Ὁ Λούθηρος καί ἡ γερμανική Μεταρρύθμισις ἐν οἰκουμενικῇ προοπτικῇ (1982),
    • Ἡ Θεολογία εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἰς τόν κόσμον (1983),
    • Οἱ Διάλογοι χθές καί σήμερον (1984),
    • Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμενική κίνησις. Συμβολή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἐπικράτησιν τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους τῆς εἰρήνης (1985),
    • Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐν τῇ Ἐκκλησία (1986),
    • Ἡ Εἰκών εἰς τήν Θεολογίαν καί εἰς τήν τέχνην,
    • Ρωσσία. Χίλια ἔτη χριστιανικοῦ βίου (1988),
    • Ἐκκλησία καί Πολιτεία στήν Εὐρώπη (1989),
    • Ἐκκλησία καί Κοινωνία (1990),
    • Ὁ ἱερός Φώτιος καί ἡ πνευματική κληρονομία τῆς Εὐρώπης (1991),
    • Τό οἰκολογικό πρόβλημα σήμερα (1992),
    • Τό οἰκολογικό πρόβλημα καί οἱ Ἐκκλησίες στήν Εὐρώπη (1993),
    • Ἐθνικισμός καί εὐρωπαϊκή ἑνότητα (1994),
    • Φονταμενταλισμός καί τρόποι ὑπερβάσεώς του (1995)
    • Σύγχρονη ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας (1996)

    Οἱ εἰσηγήσεις δημοσιεύονται σέ αὐτοτελεῖς γιά κάθε Σεμινάριο καλαίσθητους τόμους τῆς σειρᾶς «Θεολογικαί Μελέται», οἱ ὁποῖες προεκτείνουν τήν ἀπήχησή τους στά μεγάλα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά κέντρα τοῦ σύγχρονου οἰκουμενικοῦ διαλόγου.

    Ἡ ἵδρυση τοῦ Μεταπτυχιακοῦ Ἰνστιτούτου Ὀρθοδόξου Θεολογίας στό Κέντρο (1996) κάλυψε μία εἰδικότερη ἀνάγκη τῶν μεταπτυχιακῶν Θεολογικῶν Σεμιναρίων, ἀλλά ἡ συστηματική προσέγγιση τῶν σύγχρονων ζητημάτων ἀναπληρώνεται μέ τή σύγκληση Διεθνῶν Συνεδρίων, ὅπως τά Συνέδρια γιά τή σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Οἰκουμενική Κίνηση (Πανεπιστήμιο Γενεύης, 2001), γιά τή συμβολή τῶν Πατριαρχικῶν Ἐγκυκλίων τῶν ἐτῶν 1902, 1904, 1920 στή γέννηση τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως (2002), γιά τήν Ὀρθόδοξη προσέγγιση τῆς σχέσεως τῆς Βιοτεχνολογίας καί τῆς Βιοηθηικῆς (2002) κ.ἄ.

  4. Οἱ ἀκαδημαϊκοί Διαθρησκειακοί Διάλογοι τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί μέ τό Ἰσλάμ ὑπῆρξαν μία πρωτοποριακή πρωτοβουλία τοῦ Κέντρου καί ἐνθαρρύνθηκαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὡς μία σημαντική πρόταση ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν λαῶν, χωρίς θρησκευτικές, κοινωνικές ἤ ἄλλες διακρίσεις. Ἡ πρωτοβουλία αὐτή, ἡ ὁποία ἐνισχύθηκε μέ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ, 1986), ἄνοιξε εὐρύτατες προοπτικές διαλόγου κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰώνα.

    Παρά τίς ἀντίξοες συνθῆκες καί τίς θρησκευτικές ἀντιπαραθέσεις, οἱ ὁποῖες δημιουργήθηκαν στήν Ἀνατολική Εὐρώπη καί στή Μέση Ἀνατολή μετά τήν κατάρρευση τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ (Παλαιστινιακό, Βοσνιακό, κρίση τοῦ Περσικοῦ κόλπου κ.λπ.), οἱ διαθρησκειακοί διάλογοι συνεχίσθηκαν καί ἐπιβεβαίωσαν τήν ἀναγκαιότητα τῆς διαθρησκειακῆς συνεργασίας γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν λαῶν καί τῶν ἀνθρώπων στή σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία. Πράγματι, οἱ εἰσηγήσεις καί οἱ κοινές προτάσεις ἀνέδειξαν ἀφ’ ἑνός μέν τίς ὑφιστάμενες σέ ὅλες τίς Θρησκεῖες κοινές ἀξίες γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν πιστῶν ὅλων τῶν Θρησκειῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ τίς ὀδυνηρές συνέπειες ἀπό τήν ὁποιαδήποτε χρησιμοποίηση ἤ ἐμπλοκή τῆς Θρησκείας σέ ἄσχετες πρός τήν πνευματική της ἀποστολή ἐθνικιστικές, πολιτικές, κοινωνικές ἤ ἄλλες σκοπιμότητες.

    Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό ἐπιλέχθηκε τό θεματολόγιο τῶν ἀκαδημαϊκῶν συνελεύσεων τῶν δύο Διαθρησκειακῶν Διαλόγων, στούς ὁποίους ἡ συμμετοχή ὑπῆρξε ὑψηλοῦ ἐπιπέδου καί ἀντιπροσωπευτική ὅλων τῶν ἐσωτερικῶν τάσεων τῶν τριῶν Θρησκειῶν. Στό Διαθρησκειακό Διάλογο μέ τόν Ἰουδαϊσμό πραγματοποιήθηκαν ἐννέα συναντήσεις μέ τά ἀκόλουθα θέματα:

    • Ἐξουσία καί Θρησκεία (Σαμπεζύ, 1986),
    • Πρότυπα ἱστορικῆς συνυπάρξεως Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων καί μελλοντικές προοπτικές (Ἀμμάν Ἰορδανίας, 1987),
    • Εἰρήνη καί Δικαιοσύνη (Σαμπεζύ, 1988),
    • Θρησκευτικός πλουραλισμός (Κωνσταντινούπολη, 1989),
    • Οἱ νέοι καί οἱ ἀξίες τῆς μετριοπάθειας (Ἀμμάν, 1993),
    • Παιδεία γιά ἀμοιβαία κατανόηση καί συνεργασία (Ἀθήνα, 1994),
    • Τό ἐκπαιδευτικό σύστημα στό Ἰσλάμ καί στόν Χριστιανισμό (Ἀμμάν, 1996),
    • Προοπτικές συνεργασίας καί συμμετοχῆς Μουσουλμάνων καί Χριστιανῶν ἐνώπιον τῆς τρίτης χιλιετίας (Κωνσταντινούπολη, 1997) καί
    • Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί στή σύγχρονη κοινωνία (Ἀμμάν, 1998).

    Ἡ προθυμία γιά τή συνέχιση τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων ἐνισχύεται πλέον καί ἀπό τίς πολιτικές ἡγεσίες, γιά τήν πληρέστερη ἀνάδειξη τοῦ σημαντικοῦ ρόλου τῆς Θρησκείας ὡς πρός τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν λαῶν.

  5. Οἱ πολύγλωσσες ἐκδόσεις τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου, περιοδικές ἤ αὐτοτελεῖς, καλύπτουν τίς θεσμοθετημένες δραστηριότητες σέ διορθόδοξη, διεκκληστιαστική καί διαθρησκειακή προοπτική, ἔχουν δέ καθιερωθεῖ σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο ὡς ἀπαραίτητες πηγές τόσο γιά τή μαρτυρία ὅσο καί γιά τήν παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στό σύγχρονο κόσμο. Σημαντικότερες ἀπό τίς ἐκδοτικές δραστηριότητες τοῦ Κέντρου εἶναι:
    • ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ. Δεκαπενθήμερο κατά τίς πρῶτες δεκαετίες καί μηνιαῖο κατά τήν τελευταία δεκαετία πληροφοριακό δελτίο, τό ὁποῖο ἐκδίδεται σέ δύο γλῶσσες (ἑλληνικά καί γαλλικά) καί προσφέρει ἐνημέρωση γιά σημαντικές ἐκκλησιαστικές καί θεολογικές πρωτοβουλίες διαλόγου στίς διορθόδοξες καί διεκκλησιαστικές σχέσεις. Ἡ ἀποστολή του στούς ἐκκλησιαστικούς καί θεολογικούς φορεῖς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἐξηγεῖ ὄχι μόνο τήν καθιέρωση του ὡς πηγῆς ἀναφορᾶς γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τίς σχέσεις μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο, ἀλλά καί τήν ἐμμονή του στόν καθαρῶς ἐνημερωτικό κί ἀντικειμενικό χαρακτήρα τοῦ προσφερόμενου πληροφοριακοῦ ὑλικοῦ.
    • ΣΥΝΟΔΙΚΑ. Σειρά περιοδικῆς πολύγλωσσης ἐκδόσεως γιά τή δημοσίευση τῶν πρακτικῶν καί τῶν προτάσεων τῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, στό πλαίσιο τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου, ὅσο καί τῶν σχετικῶν μέ τόν σκοπό αὐτόν πρωτοβουλιῶν τῆς Γραμματείας, γι’ αὐτό καί καθιερώθηκε ὡς βασική πηγή γιά τήν παρακολούθηση τῆς πορείας τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο. Στή σειρά αὐτήν ἔχουν ἤδη ἐκδοθεῖ ὀκτώ τόμοι, ἐνῶ προετοιμάζονται οἱ ἑπόμενοι γιά μία ὁλοκληρωμένη κάλυψη τῶν Πρακτικῶν τῶν Προσυνοδικῶν Ὀργάνων, τά ὁποῖα θά ἀξιοποιηθοῦν ἤ θά ἐνσωματωθοῦν στό ἔργο τῆς Συνόδου.
    • ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ. Πολύγλωσση θεολογική σειρά, στήν ὁποία δημοσιεύονται σέ αὐτοτελεῖς καλαίσθητους τόμους οἱ εἰσηγήσεις καί οἱ προτάσεις διαπρεπῶν προσωπικοτήτων στά ἐτήσια Θεολογικά Σεμινάρια τοῦ Κέντρου ἀπό τό 1980 ἕως το 1996. Τό κύριο θέμα κάθε Σεμιναρίου εἶναι ὁ τίτλος κάθε τόμου τῆς σειρᾶς αὐτῆς, ἡ ὁποία τιμήθηκε μέ εἰδικό Βραβεῖο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔγκειται ὄχι μόνο στό ἐνδιαφέρον τῆς Δύσεως γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί στήν ποιότητα τῶν εἰσηγήσεων καί τῶν προτάσεων τῶν Σεμιναρίων γιά σύγχρονα ζητήματα τοῦ άνθρώπου καί τοῦ κόσμου.
    • ANALECTA CHAMBESIANA. Ἐπιστημονική πολύγλωσση σειρά Θεολογικῶν Μελετῶν τοῦ Μεταπτυχιακοῦ Ἰνστιτούτου Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μέσω τῆς ὁποίας παρουσιάστηκαν σέ μία πενταετία τρία αὐτοτελή ἔργα, ἐνῶ προετοιμάζεται ἡ ἔκδοση δύο ἀκόμη.
    • ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ. Πολυτελής καί καλαίσθητη ἔκδοση αὐτοτελῶς σέ τρεῖς γλῶσσες (ἑλληνική, ἀγγλική, γαλλική), γιά τήν προβολή τῆς διαχρονικῆς μαρτυρίας καί τῆς σύγχρονης ἀποστολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τόσο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅσο καί στόν χριστιανικό κόσμο γενικότερα.

    Ἡ ὑποστήριξη ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν περιοδικῶν ἐκδόσεων (UNA SACTA, PERSPECTIVE ORTHODOXE κ.ἄ.) καί πλῆθος μελετῶν καί ἄρθρων τοῦ Μητροπολίτου Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου, ὡς Προϊσταμένου τοῦ Κέντρου, γιά τήν προβολή τῶν θεσμοθετημένων δραστηριοτήτων τοῦ Κέντρου καί τῆς σύγχρονης μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ προβολή καί ἡ ἀπήχηση τοῦ Ὀρθόδοξου Κέντρου ὡς ἀξιόπιστου βήματος οἰκουμενικοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο ὀφείλονται αφ’ ἑνός μέν στήν πανορθόδοξη ἀναγνώριση τοῦ θεσμικοῦ του ρόλου γιά τήν ἐνίσχυση τῶν διορθόδοξων σχέσεων, ἀφ’ ἑτέρου δέ στήν ὑποστήριξη τῶν πρωτοβουλιῶν γιά τήν προώθηση τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων. Στά πλαίσια αὐτά, ἡ συμβολή τοῦ πρώτου Προϊσταμένου τοῦ Κέντρου Μητροπολίτου Τρανουπόλεως καί, ἀπό τό 1982, Μητροπολίτου Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου ὑπῆρξε ὄχι μόνο μεγαλόπνοη, ἀλλά καί καθοριστική. Τόσο ἡ ἀνάπτυξη τῶν νέων κτιριακῶν συγκροτημάτων γύρω ἀπό τόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅσο καί ἡ συνεχής διεύρυνση τῶν διορθόδοξων καί διεκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων καθιέρωσαν τό Κέντρο στή συνείδηση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὡς μία ἀνοικτή γέφυρα ἐπικοινωνίας τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τίς ἄλλες Χριστιανικές Ἐκκλησίες.

Πράγματι, τό Κέντρο λειτουργεῖ ὡς ἕνα ἀνοικτό παράθυρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς πρός τή Δύση, ὅπως προσφυῶς χαρακτηρίσθηκε, ἀλλά καί τῆς Δύσεως πρός τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Πάπας Ἰωάννης-Παῦλος ὁ Β΄, κατά τήν ἐπίσημη ἐπίσκεψή του στό Κέντρο (12 Ἰουνίου 1984), ἐγκωμίασε ὄχι μόνο τό ἐπιτελούμενο ἔργο, ἀλλά καί τίς μεγάλες προοπτικές στόν σύγχρονο οἰκουμενικό διάλογο γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν: «Τό Κέντρο αὐτό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διασφαλίζει μέ τίς ποικίλες δραστηριότητές του μία ἀδελφική διακονία σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί διευκολύνει μία καλλίτερη γνωριμία μεταξύ τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως. Ἡ ἀμοιβαία αὐτή γνωριμία ἔχει ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό ἐμβάθυνση καί κάθαρση ἀπό κάθε πρόληψη ἤ ἀνεδαφική κρίση, γιά νά μπορέση ἡ ἀλήθεια νά μᾶς ἐλευθερώση. Πρός τόν σκοπό αὐτό συγκαλοῦνται τακτικά στό Κέντρο αὐτό συνέδρια γιά νά προετοιμάσουν μία νέα γενεά, ἡ ὁποία θά ἀναπτυχθῆ μέσα στόν διάλογο καί ἀπό τόν διάλογο…».

Ἀνάλογα ὐπῆρξαν τά ἐγκωμιαστικά σχόλια γιά τό ἐπιτελούμενο ἔργο ἀπό τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποίοι ἐπισκέφθηκαν τό Κέντρο ἤ φιλοξενήθηκαν σέ αὐτό καί ὑπογράμμισαν τήν πολυσήμαντη ἀποστολή του σέ μία ἐποχή συγχύσεων στίς προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Βεβαίως, οἱ ἐπισκέψεις τῶν Προκαθημένων καί τῶν ἐπισήμων ἀντιπροσωπιῶν τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἐντάσσονται στίς διορθόδοξες καί διεκκλησιαστικές δραστηριότητες τοῦ Κέντρου, γιατί συμβάλλουν στήν ἀποτελεσματικότερη ἐπιτέλεση τῆς ἀποστολῆς του. Πράγματι, ὅπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰγνάτιος ὁ Δ΄, τό Ὀρθόδοξο Κέντρο «βρίσκεται στή ρίζα ὅλων τῶν ἐπισήμων σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν», ὁ δέ Πατριάρχης Ρουμανίας Ἰουστῖνος, ἀναφερόμενος στήν πανορθόδοξη προσφορά τοῦ Κέντρου, ὑπογράμμισε ὅτι «εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν…», ὅπως ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἡ πανορθόδοξη καί διεκκλησιαστική ἀκτινοβολία τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τήν πολύπτυχη οἰκουμενική ἀποστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τήν ἀξιόπιστη μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας στόν σύχρονο κόσμο, ἐνισχύεται ἀπό τίς ἐπίσημες ἐπισκέψεις Ἀρχηγῶν κρατῶν καί ἐκλεκτῶν πολιτικῶν προσωπικοτήτων, Χριστιανῶν ἤ μή, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τόν σημαντικό ρόλο τῆς Θρησκείας γιά τήν εἰρηνική συνύπαρξη τῶν λαῶν καί τῶν ἀνθρώπων στή σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν, παρατίθεται ἐπιλεκτικά ἡ διαπίστωση τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, Ἀκαδημαϊκοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου, ὁ ὁποῖος, κατά τήν ἐπίσημη ἐπίσκεψή του στό Κέντρο, ἐξῆρε τό ἐπιτελούμενο ἔργο: «Πιστεύω ὅτι τοῦτο τό Ἵδρυμα, ὅπως ἔχει γίνει, ὅπως εἶναι, ‘‘Παρουσία’’, ἀποτελεῖ μιάν μεγάλην κατάφασιν τῆς Ὀρθοδοξίας, μίαν μεγάλην δύναμιν, τήν ὁποίαν ἴσως, εἰς τήν Ἑλλάδα, δέν ἔχομεν πλήρως κατανοήσει. Ἐγώ τήν κατανοῶ καί, ὡς ἔνεστιν ἡ δύναμις, θά προσπαθήσω νά τήν κατανοήσουν καί ἄλλοι. Διότι τό ἔργον, τό ὁποῖον ἐπιτελεῖτε, δέν ἀνταποκρίνεται μόνον εἰς τάς ἀνώτατας ἀρχάς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ’ ἀνταποκρίνεται καί εἰς τήν ἐπιταγήν τῶν καιρῶν…».

Εἶναι, λοιπόν, προφανές ὅτι τό Κέντρο, ὡς Πατριαρχικό Σταυροπήγιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο θεσμική προέκτασή του στή Δυτική Εὐρώπη, ἀλλά καί ἐπιτελικό ὄργανο τῆς οἰκουμενικῆς του ἀποστολῆς τόσο στίς διορθόδοξες ὅσο καί στίς διεκκλησιαστικές σχέσεις. Εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ λόγοι τοῦ Προϊσταμένου τοῦ Κέντρου κατά τή συμπλήρωση εἰκοσαετίας (1966-1986) ἀπό τήν ἵδρυσή του: «Ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος, στήν ἐκπλήρωση τῆς ἱστορικῆς του ἀποστολῆς, προσομοιάζει μέ ἕνα αἰωνόβιο καρποφόρο δένδρο, γιατί, ὅπως ἐκεῖνο, δέν τρέφεται ἀπό τούς καρπούς πού παράγει. Οἱ θεσμοί του, πού διακονοῦν τήν ἱερά αὐτή πνευματική μυσταγωγία, προεκτείνουν τό πρότυπο, γι’ αὐτό καί αὐτοί, ὅπως καί ἐκεῖνο, δέν τρέφονται ἀπό τους καρπούς που παράγουν. Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο, μέ τίς ποικίλες δραστηριότητές του στόν Ὀρθόδοξο καί διεκκλησιαστικό χῶρο, λειτουργεῖ ὡς μία ἀπό τίς χορδές τῆς οἰκουμενικῆς αὐτῆς ἀποστολῆς τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί εἶναι προσαρμοσμένο στόν Οἰκουμενικό Θρόνο ὡς χορδαί κιθάρας, κατά τήν εἰκονική διατύπωση Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου. Ὅπως μόνο ἡ προσαρμοσμένη στήν κιθάρα χορδή παράγει ἐναρμόνιο τόνο, ἔτσι καί τό Ὀρθόδοξο Κέντρο μόνο μέ τήν προσαρμογή του στήν οἰκουμενική αὐτή ἀποστολή τῆς Μητρός Ἐκκλησίας συνθέτει, μέ τίς πολλαπλές πνευματικές του δραστηριότητες, ἐναρμόνιο μέλος προσφορᾶς γιά τήν ἑνότητα καί τήν οἰκουμενική ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας στόν διεσπασμένο σύγχρονο χριστιανικό κόσμο…».

Μακαρίου, Ἐπισκόπου Λαμψάκου, Τό Ὀρθόδοξο Κέντρο, στό Ἐπιμέλεια Α.Ε. (ἐκδ.), «Ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου – Σαμπεζύ Γενεύης. 35 χρόνια προσφορᾶς στήν Ἐκκλησία καί τήν οἰκουμενική θεολογία», Ἐπιμέλεια Α.Ε., Ἀθήνα 2003, σ.