Ἡ Α.Θ.Π. εἰς τὰς ἑορταστικὰς ἐκδηλώσεις διὰ τὰ 70 ἔτη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.

imprimer

Ὁμιλία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου διὰ τὴν 70ὴν ἐπέτειον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τὸν Καθεδρικὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Πέτρου εἰς Γενεύην.

Γενεύη 17ῃ Ἰουνίου 2018

 

Φωτό Albin Hillert/WCC

 

«συγκληρονόμοι καὶ σύσσωμοι καὶ συμμέτοχοι τῆς ἐπαγγελίας Αὐτοῦ ἐν τῷ Χριστῷ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου» (πρβλ. Ἐφ. 3, 6)

 

 

ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Κυρίῳ,

 

Φέτος ἑορτάζομεν τὴν ἑβδομηκοστὴν ἐπέτειον ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, αὐτῆς τῆς «ἀδελφικῆς κοινότητος τῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὰς Γραφάς, ὁμολογοῦν τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς Θεὸν καὶ Σωτῆρα καὶ δεσμεύονται νὰ ἀποκρίνωνται ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὴν κοινήν αὐτῶν κλῆσιν πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ μόνου Θεοῦ1.

Ἑορτάζομεν ἓν μακρὸν κοινὸν προσκύνημα πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς ἑνότητος, τῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας, τῆς δεσμεύσεως διὰ δικαιοσύνην, εἰρήνην καὶ διαφύλαξιν τῆς κτίσεως.

Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ τῷ καθοδηγήσαντι τὰ διαβήματα ἡμῶν καὶ ἐκζητοῦμεν τὴν προστασίαν καὶ ἐνίσχυσιν Αὐτοῦ διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ συνέχισιν ἡμῶν πρὸς τὴν ὁδὸν ταύτην, μετ’ ἀμεταπτώτου δυνάμεως καὶ ζήλου.

Παρῆλθον ἐνενήκοντα ὀκτὼ ἔτη ἀπὸ τὸν λίαν καταστροφικὸν Α’ Παγκόσμιον Πόλεμον, καὶ μία ὁδὸς ἤνοιξε εἰς τὴν Ἀνατολὴν καλοῦσα τὰς Ἐκκλησίας πάσης τῆς Οἰκουμένης νὰ δημιουργήσουν μεταξύ αὐτῶν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην, νὰ μὴν θεωρῶσιν ἑαυτὰς ὡς ξένας, ἀλλὰ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ, ὡς συγκληρονόμους καὶ συσσώμους καὶ συμμετόχους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Ἐφ. 3, 6), καλῶντας αὐτὰς νὰ θεραπεύσωσι ἀπὸ κοινοῦ τὰς βαθειᾶς πληγὰς τὰς προκληθείσας ἀπὸ τὸν πόλεμον. Πληγάς, αἱ ὁποῖαι ἀπεκάλυψαν τὴν ἀπόλυτον περιφρόνησιν τῶν βασικοτέρων ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ αἱ ὁποῖαι, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἀπείλησαν αὐτὰ ταῦτα τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἡ Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἥτις ἀπεστάλη τὸν Ἰανουάριον 1920 «Πρὸς πάσας τὰς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ», ἐπρότεινε αὐταῖς τὴν δημιουργίαν μίας Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν, κατὰ τὸ πρότυπον τῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου Wilson ἄρτι συσταθείσης τότε εἰς Γενεύην Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Μία Ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἀείμνηστον Visser’t Hooft, πρῶτον Γενικὸν Γραμματέα τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, «ἔκρουσε τὸν κώδωνα τῆς συνάξεώς ἡμῶν». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ πρέπῃ νὰ λεχθῆ διὰ τὴν ἱστορίαν ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ πρωτοπόρου ἐκείνου τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως διεκηρύχθη καὶ ἐνταῦθα, εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν Καθεδρικὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Πέτρου, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1967, κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἐνδόξου Προκατόχου ἡμῶν, ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν .

Αὐτὴ ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔλαβε ἐν τέλει σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰκοσιοκτὼ ἔτη ὕστερον, τὸ 1948, ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ τὴν συνένωσι τῶν διαχριστιανικῶν κινήσεων Πίστις καὶ Τάξις καὶ Βίος καὶ Δρᾶσις, αἱ ὁποῖαι ἐδραστηριοποιοῦντο ἤδη ἀπὸ τοῦ 1920· ἡ πρώτη εἰς τὴν θεωρίαν καὶ δευτέρα εἰς τὴν πρᾶξιν.

Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἑβδομήκοντα ἐτῶν τοῦ βίου αὐτοῦ, τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, αὐτὴ ἡ δομημένη καὶ λίαν καλῶς ὀργανωμένη ἔκφρασις τῆς συγχρόνου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἀπέβη ἀσφαλῶς μία ἐκ τῶν ἐπιλεγμένων ὑπὸ τοῦ Κυρίου ὁδῶν διὰ νὰ ἕλξῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τὴν καινὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης, τὴν καλουμένην εἰς τὴν Ἐπιστολὴν τοῦ Ἰακώβου νόμον βασιλικόν, ὃν Ἐκεῖνος παρέδωκεν ἡμῖν (βλ. Ἰω. 13, 30), διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν Του πιστοτέρα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς συμφιλιώσεως, τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀλληλεγγύης, ἃς ἐκήρυξεν.

Αὐτὴ ἡ μακρὰ περίοδος τῶν ἑβδομήκοντα ἐτῶν συνιστᾶ τὴν μαρτυρίαν τῆς ὑπὸ τῶν Ἐκκλησιῶν-Μελῶν τοῦ Συμβουλίου πλουσίας τεθησαυρισμένης ἐμπειρίας αὐτοῦ καὶ τῶν πλείστων συνεργατῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν φίλα προσκειμένων εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν διὰ τὴν κοινὴν πορείαν πρὸς συνύπαρξιν, ἀλληλοκατανόησιν καὶ συνεργασίαν, καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τὴν προώθησιν τοῦ διαλόγου καὶ τῆς ἀπὸ κοινοῦ δράσεως, παρὰ τὰς προβαλλομένας δυσκολίας, ἐν μέσῳ θεολογικῶν ἢ κοινωνικοπολιτικῶν, θεσμικῶν καὶ οἰκονομικῶν κρίσεων.

Σήμερον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀτενίσωμεν πρὸς τὸ μέλλον, νὰ συνεχίσωμεν τὸ κοινὸν ἡμῶν προσκύνημα πρὸς τὴν ἑνότητα, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν εἰρήνην. Τὸ Συμβούλιον ὡς ὄργανον τῶν Ἐκκλησιῶν-Μελῶν αὐτοῦ, δεσμευμένον ὄχι μόνον εἰς τὸν θεολογικὸν διάλογον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀλληλεγγύην καὶ τὴν ἀμοιβαίαν ἀγάπην, πρέπη νὰ κινητοποιηθῇ ἐντονώτερον ἐν ὄψει μίας οὐσιαστικοτέρας συναντήσεως μὲ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει σήμερον ποικιλοτρόπως. Ἀναμφισβήτητον τυγχάνει ὅτι ὁ διάλογος συμβαδίζει μὲ τὴν μαρτυρίαν εἰς τὸν κόσμον τῶν πράξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζουν τὴν ἀνεκλάλητον χαρὰν τοῦ Εὐαγγελίου (Α’ Πετρ. 1, 8), ἀποκλείοντας ταυτοχρόνως κάθε πρᾶξι ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, θεωροῦμεν ὅτι εἶναι σημαντικὸν ἡμεῖς οἱ χριστιανοί, ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ καταβάλλωμεν προσπαθείας διὰ νὰ δώσωμεν μίαν ἄμεσον καὶ ἑνιαίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ συγχρόνου κόσμου προβαλλόμενα ἀκανθώδη ζητήματα. Καθὼς καὶ ἡ ἐν Κρήτῃ συγκληθεῖσα κατὰ μῆνα Ἰούνιον τοῦ ἔτους 2016 Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπιβεβαίωσεν· «αἱ Ὀρθόδοξοι κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι–μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., μετέχουν πλήρως καὶ ἰσοτίμως ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ συμβάλλουν δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν μέσων διὰ τὴν προώθησιν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καὶ τῆς συνεργασίας ἐπὶ τῶν μειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων»2.

Αὐτὴ ἡ ἐνώπιον τοῦ κόσμου δέσμευσις πρέπει νὰ βασισθῇ ἐπὶ τοῦ κοινοῦ προτύπου τοῦ καινοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου ὡς ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία καὶ κλῆσις, τὴν ὁποίαν οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ πραγματώσουν. Οὕτως, μέσῳ λόγων καὶ ἔργων, ὁρατοῖς καὶ ἀοράτοις μέσοις, τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν ὀφείλει νὰ κηρύσσῃ διὰ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ τὸν Χριστὸν μόνον.

Ὁ Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας) παρατηρεῖ ὅτι συχνάκις ἡ οἰκουμένη λανθασμένως ἐκλαμβάνεται ὡς μία ἁπλὴ σύνθεσις διαφόρων πίστεων καὶ θρησκειῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Πράγματι, κατὰ τὸν Μητροπολίτην Περγάμου, θὰ πρέπῃ νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς μίαν διάφορον πραγματικότητα, ὅτι δηλαδὴ «ἡ οἰκουμένη συνιστᾶ ὡσαύτως ἓν τρόπον καθ’ ὃν αἱ διάφοροι χριστιανικαὶ παραδόσεις συνάγονται ἐπὶ τὸ αὐτό, ὁραματιζόμεναι διαφορικῶς ἓν μέλλον» καὶ ὅτι «ἡ καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν σημαίνει ἁπλῶς μίαν συνέλευσιν πολιτισμῶν καὶ ἐθνῶν, καθ’ ὃν τρόπον αὗται ὑπάρχουν σήμερον», ἀλλ’ ἓν μέσον ἑνώσεως «ταυτοτήτων καὶ ἱστορικῶν παραδόσεων, ὥστε αὗται νὰ ὑπερβληθοῦν ἐν τῇ ἑνότητι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ»3.

Δὲν θὰ πρέπῃ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ καθολικότης καὶ ἡ ἑνότης συνδέονται βαθέως, δεδομένου ὅτι περιγράφουν τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ καὶ τῷ κόσμῳ, ὥστε ἡ ἀνθρωπότης νὰ συναχθῇ ἐπὶ τὸ αὐτὸ μέσῳ τοῦ θαύματος τῆς Πεντηκοστῆς. Τοῦτο τὸ θαῦμα ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸν Παράκλητον, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Σαφῶς καὶ πιστεύομεν ὅτι τὸ «Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω 3, 8) καὶ δὲν γνωρίζει ὅρια.

Ἐν τούτοις, καθὼς καὶ ὁ ἐν Bossey καθηγητὴς ἡμῶν Νίκος Νησιώτης εὐστόχως ἔλεγεν· ὡσαύτως πιστεύομεν ὅτι αὐτὸ τὸ Πνεῦμα «δρᾶ δι’ ἧς συγκροτεῖ Ἐκκλησίας, ἀναδεικνύον διὰ τῆς ἐνεργείας Αὐτοῦ τὴν καινὴν ἐποχήν, τὴν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀναγγελλομένην, διαγράφον τὴν ἀπόλυτον πραγμάτωσιν αὐτῆς ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»4. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐστάλη διὰ νὰ καθοδηγῇ ἡμᾶς «ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ» (Ἰω. 16, 13), νὰ φανερώσῃ τὸ σωτήριον ἔργον τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, ὁ Θεὸς ἐνδυναμώνει ἡμᾶς διὰ τοῦ Πνεύματός Αὐτοῦ, ὥστε ὁ Χριστὸς νὰ κατοικῇ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ τῆς πίστεως διὰ νὰ καθιστάμεθα σύσσωμοι καὶ συμμέτοχοι ἐν τῇ ἀγάπῃ (πρβλ. Ἐφ. 3, 6). Αὕτη ἡ οὐσιαστικὴ ἁγιογραφικὴ δήλωσις εἶναι μεγίστης σημασίας εἰς οἱονδήτινα οἰκουμενικὸν διάλογον διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν συναδέλφωσι ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος.

 

ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Κυρίῳ,

 

Τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν ἱδρύθη μὲ τὴν προοπτικὴν τῆς προωθήσεως τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Δυστυχῶς, ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ ἐσημειώθησαν πολλαὶ διαστάσεις καὶ μὴ ἀναμενόμεναι δυσκολίαι. Παρὰ ταῦτα, συνεχίζομεν τὸν μεταξὺ ἡμῶν διάλογον πρὸς ὑπέρβασιν τῶν δυσκολιῶν αὐτῶν, ξεπέρασιν τῶν παρεξηγήσεων, διαγραφὴν τῶν προκαταλήψεων καὶ γνησίαν κατάθεσιν τῆς μαρτυρίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ διάλογος ἐπ’ οὐδενὶ σημαίνει ἄρνησιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τινός. Μᾶλλον σημαίνει ἀλλαγὴ τῆς παρούσας πνευματικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ συμπεριφορᾶς, ὃ εἰς τὰ πνευματικὰ λέγομεν μετάνοια, ἤτοι ἀλλαγὴ ὀπτικῆς. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ διάλογος ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν μίας μακρᾶς διαδικασίας ἀμοιβαίας κατανοήσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ πολλὴν ὑπομονὴν καὶ ἀνοικτοσύνην. Γνωρίζομεν καλῶς ὅτι κάθε κίνησις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος λαμβάνει νέας μορφὰς διὰ νὰ ἀποκριθῇ εἰς τὰς νέας καταστάσεις καὶ προκλήσεις τοῦ κόσμου.

Ἀναμένουσιν ἡμᾶς καθήκοντα ἰδιαιτέρως σημαντικὰ καὶ εὐαίσθητα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ. Ἡ θεμελιώδης δυσκολία τῶν ὑφισταμένων κυρίων παραδόσεων ἐν τῷ Παγκοσμίῳ Συμβουλίῳ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἥτοι τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς καὶ τῶν ἐκ τῆς Μεταρρυθμίσεως προκυψάντων, εἶναι ἡ ἀνάγκη ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς φύσεως αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ καὶ ὁριοθετήσεως τῶν ὁρίων τῆς οἰκουμένης, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ Συμβούλιον καλεῖται εἰς μαρτυρίαν καὶ διακονίαν. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴν αὐτήν, ἡ συμβολὴ τῶν οἰκουμενικῶν ἑταίρων καὶ συνοδοιπόρων θὰ εἶναι πάντοτε εὐπρόσδεκτος. Χαιρετίζομεν τὴν ἐποικοδομητικὴν συνεργασίαν μεταξὺ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ τὰς ἀναπτυσσομένας προσπαθείας πρὸς κοινὴν ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων ζητημάτων καὶ προκλήσεως τῆς ἐποχῆς ἡμῶν.

Μὴ διατηρῶμεν ψευδαισθήσεις! Αἱ ἐκκλησίαι ἀνεδείχθησαν ἀνέτοιμες νὰ ὑπερβοῦν τὰς διαιρέσεις αὐτῶν, ὥστε νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἐπιθυμητὴν ἑνότητα. Οὕτω, δὲν δύνανται νὰ προσποιῶνται ὅτι εὐκόλως συνάγουσι τὴν ἀποτελουμένην ἐκ διαφόρων πολιτισμῶν καὶ πεποιθήσεων ἀνθρωπότητα. Παρὰ ταῦτα, ἡ ἐποικοδομητικὴ καὶ ἀδελφικὴ συνεργασία ἡμῶν ἐντὸς τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐνισχύει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀναζήτησιν ἡμῶν τῆς ἑνότητος καὶ εἰς τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν τῆς καθολικότητος τοῦ Εὐαγγελίου, ἥτις ἕως τῆς σήμερον ἐπέτρεψεν ἡμῖν νὰ συμβάλλωμεν εἰς διαφόρους τομεῖς εἰς τὴν προώθησιν τῆς εἰρήνης ἐν τῷ κόσμῳ δι’ ἓν πολιτισμὸν ἀλληλεγγύης τῆς ἀνθρωπότητος. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως ποτὲ ὅτι ὁ καρπὸς τῆς ἑνότητος ἀδυνατεῖ νὰ ὡριμάσῃ ἄνευ τῆς ἐνεργείας τῆς θείας χάριτος. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Ἁγία ἡμῶν καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας δικαίως ὑπενθύμισεν ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διαλεγομένη μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, δὲν παραγνωρίζει τὰς δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήματος, κατανοεῖ ὅμως ταύτας ἐν τῇ πορείᾳ πρὸς τὴν κοινὴν κατανόησιν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπερ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας, (στιχηρὸν ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς), θὰ ἀναπληρώσῃ τὰ ἐλλείποντα (εὐχὴ Χειροτονίας)»5.

Μέσῳ αὐτῆς τῆς πίστεως εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ μεταφέρῃ τὴν μαρτυρίαν αὐτῆς εἰς τὸν εἰσέτι διηρημένον χριστιανικὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν σύγχρονον, ὅστις μαστίζεται ὑπὸ διαφόρων κρίσεων καὶ διχασμῶν, ἐρειδομένη ἐπὶ τὴν δοθεῖσαν αὐτῇ ἐντολὴν ὅπως μὴ ᾗ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ὡς μαρτυρεῖ καὶ ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καλῶντας τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον· «Ἡ Ἐκκλησία δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν της. Προσφέρεται δι’ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα, διὰ τὴν ἀνύψωσιν καὶ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου εἰς οὐρανοὺς καινοὺς καὶ γῆν καινὴν (πρβλ. Ἀποκ. κα’, 21). Ὅθεν δίδει τὴν εὐαγγελικὴν μαρτυρίαν αὐτῆς καὶ διανέμει ἐν τῇ οἰκουμένῃ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ: τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ, τὴν εἰρήνην, τὴν δικαιοσύνην, τὴν καταλλαγήν, τὴν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος»6.


 

  1. Constitution et Règlement du Conseil œcuménique des Églises
  2. Les relations de l’Église orthodoxe avec l’ensemble du monde chrétien, §17
  3. John (Zizioulas) of Pergamon, Action and Icon-Messianic Sacramentality and Sacramental ethics, dans Th. Wieser,(ed), «Whither Ecumenism?», Geneva 1986, p. 63
  4. N. Nissiotis, The Pneumatological Aspect of the Catholicity of the Church, dans «What Unity Implies», WCC Studies No 7. Geneva 1969, p. 19.
  5. Cf. document sur les Relations avec le reste du monde chrétien, §8.
  6. Encyclique, introduction.